Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Φόρτωση...

Κυριακή, 22 Ιανουαρίου 2017

ΟΙ ΣΥΓΚΕΛΛΙΩΤΕΣ ΤΟΥ ΣΤΑΡΕΤΣ ΘΕΟΦΙΛΟΥ. "Ο ΣΥΝΤΑΞΙΟΥΧΟΣ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΟΣ Ο ΚΟΡΝΗΛΙΟΣ Ο ΝΕΥΡΙΚΟΣ"




Ό δεύτερος υποτακτικός τού Στάρετς ήταν ένας συνταξιούχος στρατιωτικός, ό Κορνήλιος.


Ήταν ένας στριφνός τύπος, ασυνήθιστα ισχυρογνώμων και το χειρότερο, είχε μια πολύ κοφτερή γλώσσα. Οι επισκέπτες πού έρχονταν στόν μακάριο, υπέφεραν από το υβρεολόγιο του Κορνήλιου και συχνά έκαναν παράπονα στόν Θεόφιλο γιά τήν τραχύτητα καί την αύθάδεια τού υποτακτικού του.


«Δεν ξέρεις νά συμπεριφέρεσαι σάν έρημίτης», είπε ό Στάρετς στόν Κορνήλιο αύστηρά. «Θά σέ στείλω στήν Λαύρα. Εκείνοι εκεί, πολύ γρήγορα θα σε δαμάσουν αρκούδα!». Κι έστειλε τον Κορνήλιο στον ξενώνα τής Λαύρας. Ό ύπεύθυνος τού ξενώνα, ό ήγούμενος Αγαπητός, πήρε τον Κορνήλιο γιά ύποτακτικό του.


Ό Αγαπητός ήταν ένας μεγάλος Στάρετς καί τ’ όνομά του έμεινε γιά μεγάλο χρονικό διάστημα χαραγμένο στήν μνήμη έκείνων πού είχαν εύεργετηθή από τήν ευσπλαχνία του. Συνήθιζε ν’ αγοράζει διάφορα κομμάτια ύφασμα καί άλλα ύλικά, προκειμένου νά ράψη ρούχα γιά άντρες καί γυναίκες. Όλα αύτά, τά δώριζε στούς φτωχούς προσκυνητές. Πέρα από τά χρήματα, τον ρουχισμό καί το ψωμί, ό πατήρ Αγαπητός έδινε μηνιαίες συντάξεις σ’ έναν όχι εύκαταφρόνητο άριθμό αληθινά φτωχών καί άβοήθητων οικογενειών στήν πόλη. Δεχόταν στό πτωχοκομείο της Λαύρας άνθρώπους πού είχαν μείνει στον κόσμο ολομόναχοι, καί τούς περιέθαλπε από κάθε άποψη, ύλική καί πνευματική.


Κοντά σ’ αύτόν τον Στάρετς, ό Κορνήλιος βρήκε τον έαυτό του. Γιά νά πούμε τήν αλήθεια, δέν ήταν εύκολο γιά τον πατέρα Αγαπητό νά τά βγάζη πέρα μέ τον Κορνήλιο.
Όμως τον χειροθέτησε, ονομάζοντας τον Νέστορα. Στό τέλος τον έθαψε καί τον θυμόταν μέ άγάπη.
Άλλα είναι άπαραίτητο ν’ απονέμουμε κι εναν φόρο τιμής στον Κορνήλιο. Ήταν δυσαναπλήρωτος στις μυστικές ύποθέσεις του π. Αγαπητού. Καί γενικά, του ήταν ολόψυχα άφοσιωμένος.



Ό π. Αγαπητός δέν περιόριζε τήν έλεήμονα δράστηριότητά του στήν Λαύρα. Του άρεσε νά έπισκέπτεται τις φυλακές στήν πόλη, τά καταφύγια μεγάλης φτώχειας, καί γενικά, τούς άληθινά πολύ φτωχούς άνθρώπους. Σε τέτοια ταξιδια, ό Κορνήλιος συνήθως τον συνόδευε. Θα φόρτωναν τον οδηγό τους με πακέτα από ρουχισμό καί παίρνοντας καλάθια με άσπρο ψωμί καί χρήματα, θα σταματούσαν έξω από τήν πόλη, αφήνοντας τον όδηγό νά περιμένη, δίνοντας τήν εντύπωση ότι θα έκαναν ψώνια στά μαγαζιά της πόλης. Στήν πραγματικότητα, έκαναν πνευματικές «δουλειές» με το να έπισκέπτονταν αύτούς πού είχαν ανάγκη. Κι ανάλογα θα μοίραζαν ρούχα, χρήματα καί ψωμί.



Αφού τελείωναν, γέμιζαν τά καλάθια με μερικά πράγματα «γιά τά μάτια» καί γυρνούσαν πίσω χαρούμενοι καί με έσωτερική πληρότητα.
Μετά από τήν μεταφορά του στήν Λαύρα, ο Κορνήλιος στ’ αλήθεια μεταμορφώθηκε από αρκούδα» σ’ έναν άξιο μαθητή τού μεγάλου στάρετς καί οδηγού του. Ό μακάριος Θεόφιλος, είχε προείπει όλη αύτή τήν έξέλιξη των πραγμάτων. Οταν ό π. Αγαπητός (κατά κόσμον Τιμόθεος Μιλοβάκωφ), έπισκέφθηκε τον Στάρετς στό ερημητήριο Κιταγιέφσκαγια, γιά πρώτη φορά, εκείνος του είπε:


«Όταν θα γίνης ήγούμενος του ξενώνα της Λαύρας, αύτός ό τρελό-Κορνήλιος θα σε ύπηρετήση. Μαλώνει με όλους καί του φταίνε όλα, αλλά κοντά σου θα συνέλθη».


 
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ.
Ο ΣΤΑΡΕΤΣ ΘΕΟΦΙΛΟΣ Ο ΔΙΑ ΧΡΙΣΤΟΝ ΣΑΛΟΣ ΑΣΚΗΤΗΣ ΤΗΣ ΛΑΥΡΑΣ ΤΩΝ ΣΠΗΛΑΙΩΝ ΤΟΥ ΚΙΕΒΟΥ. (1788-1853Μ.Χ)ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΤΟΥ ΕΒΡΟΥ.

ΟΙ ΣΥΓΚΕΛΛΙΩΤΕΣ ΤΟΥ ΣΤΑΡΕΤΣ ΘΕΟΦΙΛΟΥ. "Ο ΙΒΑΝ Ο ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΑΣ. "



Ο ΣΤΑΡΕΤΣ ΘΕΟΦΙΛΟΣ Ο ΔΙΑ ΧΡΙΣΤΟΝ ΣΑΛΟΣ ΑΣΚΗΤΗΣ ΤΗΣ ΛΑΥΡΑΣ ΤΩΝ ΣΠΗΛΑΙΩΝ ΤΟΥ ΚΙΕΒΟΥ. (1788-1853Μ.Χ)


Mέ σκοπό ν’ άποφύγη παρόμοια περιστατικά, άλλα καί νά λιγοστέψη
τήν κακία στους ανθρώπους, ό μακάριος άρχισε νά δέχεται συγκελλιώτες δηλαδή καί άλλους νά μένουν μαζί του σέ γειτονικά κελλιά.
Αυτοί δεν προέρχονταν από τούς αλλά τούς διάλεγε κατευθείαν από
τούς λαϊκούς.


Ό Στάρετς δεν έδινε καμμιά σημασία στήν συμπεριφορά του ανθρώπου πού διάλεγε, αν ήταν ιδιότροπος ή όχι, αρκεί νά είχε Μια ζεστή καρδιά και Μια ψυχή ανοιχτή και είχε ελπίδα ότι θά διορθωθή. Κάποτε, ένας κουρελιάρης περιπλανώμενος, ό Ίβάν, έφτασε στό ερημητήριο Κιταγιέφσκαγια. Ήταν λιποτάκτης από τήν στρατιωτική του ύποχρέωση, πριν άρκετά χρόνια, και από τότε, είχε διαπράξει ένα σωρό εγκλήματα.


Ό Στάρετς τόν συνάντησε στήν κουζίνα του Μοναστηριού γιά πρώτη φορά, και άποκαλύπτοντάς του τίς κρυφές άμαρτίες, έφερε τήν καρδιά τού φυγάδα σε μετάνοια. Βλέποντας αύτόν τόν παράδοξο Μοναχό μπροστά του ό Ίβάν, έμεινε κατάπληκτος και πλέον δεν έφευγε από τό πλευρό του Στάρετς. ’Άρχισε μέ δάκρυα νά συναισθάνεται τά έγκλήματά του και μέ συντριβή νά μετανοή.


«Ναί, είναι επιτακτική ανάγκη νά μετανοήσω! Έχω κάνει πολύ κακό πάνω στήν γη», έλεγε τελειώνοντας τήν εξομολόγησή του κι αναστενάζοντας βαριά. 'Ο Στάρετς τόν κοίταξε από τήν κορυφή ως τά νύχια, κούνησε τό κεφάλι του μέ λύπη και αναστέναξε κι εκείνος βαθιά.
«Ξέρεις τήν παραβολή των ταλάντων;», τόν ρώτησε.
«Δεν ξέρω τίποτα Μπάτουσκα. Γεννήθηκα ένας ανόητος και θά πεθάνω ένας ανόητος», αποκρίθηκε με συντριβή ό Ίβάν. Ό Στάρετς του
είπε τήν παραβολή με τά τάλαντα κι έξηγώντας τό νόημά της συνέχισε:


«Κι έτσι, ή ζωή μας είναι καιρός έμπορίου. Ό καθένας πρέπει νάναι επιδέξιος στό νά άξιοποιήση τό τάλαντο, ώστε νά κερδίση όσο τό δυνατόν περισσότερα απ’ αυτό. ’Άν έφερες σαντάλια από φλούδα δέντρου στό παζάρι, άντί νά κάθεσαι με σταυρωμένα χέρια, άρχισε νά φωνάζης δυνατά διαλαλώντας τό έμπόρευμά σου και ψάχνοντας γι’ αγοραστές. Αφού τά πουλήσης, τότε μπορείς ν’ άγοράσης ό,τι χρειάζεσαι».


«Μά καλέ μου Μπάτουσκα πώς κι από που πρέπει νά πάρω αύτά τά τάλαντα; Είμαι αγράμματος και άξεστος. Δεν έχω τίποτα».
«Δεν είναι άλήθεια! Ό Κύριος έδωσε κι από κάτι στόν καθένα όταν γεννήθηκε. Αύτό σημαίνει ότι, κάθε άνθρωπος έχει κάτι με τό όποιο μπορεί νά έμπορευθή και ν’ άποκτήση κάποιο κέρδος».
«Μά που τότε; Πού είναι;».

«Καλά, κοίτα τον εαυτό σου προσεχτικά και θα βρής τι τάλαντο έχεις και πώς θα τό χρησιμοποιήσης γιά νά κερδίσης. Σ’ έκείνη τήν φοβερή ήμέρα τής Κρίσης, όλοι θα ερωτηθούν: Είχες χέρια; Τι κέρδισες μ’ αυτά; Είχες κεφάλι και γλώσσα; Τι κέρδισες μ’ αυτά; Ό έπαινος δεν θα δοθή γιά τό ότι κέρδισες, αλλά γιά τό τί ήταν αύτό πού κέρδισες».

Γιά Μια ολόκληρη ήμέρα, μετά άπ’ αύτή τήν συζήτηση, ό Ίβάν στεκόταν σέ στην  άκρη και παρατηρούσε τον Στάρετς, έκθαμβος από τήν άπλότητα, τήν ταπείνωση και τήν σοφία του. Τελικά, πρός τό απόγευμα, αισθάνθηκε Μάο δυνατή επιθυμία, νά ζήση κάτω από τήν πνευματική καθοδήγηση του μακαρίου. Πλησίασε τον Θεόφιλο και κλαίγοντας, έπεσε στα πόδια του.
«Μπάτουσκα! Πάρε με κοντά σου! Μην άφήσης τήν ψυχή μου νά χαθή μες τις αμαρτίες και τήν κακία!». «Πολύ καλά, πολύ καλά!», απάντησε ό Στάρετς. «Τον ερχόμενον πρός με ού μή έκβάλω έξω. Βλέπω πώς ή καρδιά σου ειλικρινά επιθυμεί νά έργασθή γιά τον Κύριο. Έλα νά ζήσης μαζί μου και σώσε τον εαυτό σου αλλά, βάλτο καλά στό μυαλό σου, καθώς έγώ δεν έχω τίποτα στην κατοχή μου, τό μόνο πού θα περιμένης είναι τό κρύο, ή πείνα, ή κακοπάθεια και ή στέρηση. Και μή παραπονεθής γι’ αυτή τήν τύχη, αφού ήδη θάχης μπή σ’ αύτήν».


«Αληθινέ μου πατέρα! Ακόμα και τήν ζωή μου αν έπρεπε νά δώσω γιά σένα, στ’ όνομα τού Σωτήρα, είμαι έτοιμος νά τό κάνω».
Από κείνη τήν ώρα, ό Ίβάν άρχισε νά διακονή τον μακάριο κι έγινε ό πρώτος συγκελλιώτης και υποτακτικός του.


Ό Στάρετς Θεόφιλος ήταν αυστηρός, και με άγρυπνο ενδιαφέρον παρακολουθούσε τήν πνευματική πρόοδό του, άποτρέποντας κάθε διαβολική προσβολή. Κάποτε ό μακάριος έφερε ένα μεγάλο κομμάτι φιλέτο από παστό ξιφία. Υποκύπτοντας στόν πειρασμό ό Ίβάν, τό κράτησε γιά τον εαυτό του και τό έφαγε. Αλλά ξαφνικά τον έπιασε ένας φοβερός πόνος στό στομάχι κι άρχισε νά φωνάζη δυνατά ζητώντας βοήθεια.
«Ύπόφερε, ύπόφερε άδελφέ! Τό ψάρι χωνεύει στό στομάχι σου», είπε ό Στάρετς γελώντας. Και μετά πρόσθεσε:
«Γιατί άκουσες τον εχθρό; Γιατί παραδόθηκες στήν λαιμαργία για τήν τροφή πού, ούτε πρέπει καν να σέ νοιάζη;».
Είδε ομως τήν ειλικρινή μετάνοια του φταίχτη και τον λυπήθηκε. 


Προσευχήθηκε για λίγο κι ό πόνος εξαφανίστηκε αμέσως.
Μ’ αυτόν τον τρόπο διαπαιδαγωγούσε τον υποτακτικό του, βάζοντας τον συχνά να κάνη παράξενες δουλειές και δίνοντας του παράλογες εντολές να εκτέλεση• όμως, παρ’ ότι ήταν τέτοιες, έκρυβαν μεγάλο κέρδος για τήν πνευματική του κάθαρση. Συνδυάζοντας τά λόγια του με πνευματικές διδαχές, πού γίνονταν κατανοητές σ’ εκείνον, ό Στάρετς σύντομα πέτυχε να ελευθερώσει τήν καρδιά τού Ίβάν από τά πάθη, τήν διαβολική επήρεια και τήν κακία.
Ό ευγνώμων υποτακτικός, άναγνωρίζοντας τήν άναξιότητά του μπροστά στόν Στάρετς, και βλέποντας τήν σταθερή πατρική του αγάπη και φροντίδα, τού ανταπέδιδε τήν πιο τρυφερή άφοσίωση και παιδική ύπακοή.
«Ίβάν», του είπε Μάο μέρα ό Στάρετς. «Πάρε ένα καλάθι και πάμε να μαζέψουμε μανιτάρια».

Πήραν ό,τι τούς ήταν άπαραίτητο και μπήκαν σ’ ένα σκιερό πυκνό δάσος. Ό αέρας ήταν πολύ ζεστός. Ό Στάρετς μάζευε μανιτάρια αλλά ταυτόχρονα μουρμούριζε:

«’Ώχ, τί καταιγίδα έρχεται..., τι καταιγίδα!».
Ό Ίβάν κοίταξε πάνω. Ό ούρανός ήταν καταγάλανος και καθαρός.
«Δεν θάρθη καταιγίδα, Μπάτουσκα. Δεν φαίνεται ούτε ένα συννεφάκι».
 «’Ώ, θάρθη και πολύ σύντομα! ’Ήδη μας πλησιάζει. Νάτην!».

Τήν ίδια στιγμή τρεις αγριωποί νέοι άντρες, κρατώντας ρόπαλα στα χέρια τους, πετάχτηκαν από τούς θάμνους και βίαια έπεσαν πάνω στόν Στάρετς.


«Άχά! Πιάσαμε έναν καλόγερο. Δώσε μας λεφτά». Ό Στάρετς έκανε τον σταυρό του και μετά, πολύ ειρηνικά, έψαξε μέσα στό καλάθι του κι έβγαλε τό μεγαλύτερο μανιτάρι λέγοντας:
«Φάτε το, κατά τήν καρδία σας».
«Τι;» φώναξαν οί ληστές. «Μάς κοροϊδεύεις;» κι άρχισαν να τον χτυπούν άνελέητα.


«Ίβάν φύγε μακρυά», φώναξε με άδύναμη φωνή ό αίμόφυρτος Στάρετς.
«Όχι!», απάντησε ό πιστός υποτακτικός. «Όπου είναι ό κύριος, εκεί πρέπει νάναι και ό δούλος του». Και βλέποντας τό αίμα τού Στάρετς να τρέχη, όρμησε καταπάνω στούς ληστές χωρίς να σκεφτή τίποτα. Αλλά, εκείνοι ήταν τρεις και δύο φορές πιο δυνατοί, κι αφού τον έδεσαν άρχισαν να τον χτυπούν με μανία. Έχοντας διασκεδάσει αρκετά, βασανίζοντας τ’ ανυπεράσπιστα θύματά τους, οι κακοποιοί εξαφανίστηκαν. Τότε ό Ίβάν κατάλαβε τι είδους καταιγίδα τούς είχε πλησιάσει...

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ.
Ο ΣΤΑΡΕΤΣ ΘΕΟΦΙΛΟΣ Ο ΔΙΑ ΧΡΙΣΤΟΝ ΣΑΛΟΣ ΑΣΚΗΤΗΣ ΤΗΣ ΛΑΥΡΑΣ ΤΩΝ ΣΠΗΛΑΙΩΝ ΤΟΥ ΚΙΕΒΟΥ. (1788-1853Μ.Χ)ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΤΟΥ ΕΒΡΟΥ.

ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΜΑΚΡΗΣ, ΖΟΥΜΕ ΣΕ ΧΡΟΝΟΥΣ ΑΠΟΣΤΑΣΙΑΣ. ΕΡΧΕΤΑΙ Η ΟΡΓΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ.ΠΟΙΑ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ Η ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΩΝ.ΟΙ ΜΕΡΕΣ ΜΑΣ ΜΟΙΑΖΟΥΝ ΜΕ ΤΙΣ ΜΕΡΕΣ ΤΟΥ ΝΩΕ ΟΤΑΝ ΟΛΟΙ ΑΔΙΑΦΟΡΟΥΣΑΝ.


"Αγιος Σαββας ο Νεος.Ο Μεγας Θησαυρος της Νησου Καλυμνoυ "της Χρυσης Ζαιρης


ΠΑΤΗΡ ΙΑΚΩΒΟΣ ΚΑΝΑΚΗΣ ΕΡΜΗΝΕΥΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ.


Σάββατο, 21 Ιανουαρίου 2017

'' Ο ΑΓΙΟΣ ΣΑΒΒΑΣ Ο ΝΕΟΣ Ο ΜΕΓΑΣ ΘΗΣΑΥΡΟΣ ΤΗΣ ΝΗΣΟΥ ΚΑΛΥΜΝΟΥ ''


Πέρα από την χώρα της λύπης Ιστορίες μετανοίας, βασισμένες σε πραγματικά γεγονότα Συγγραφέας: π. Χριστόδουλος Μπίθας


Ο ΧΡΥΣΟΣ ΑΙΩΝΑΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΠΑΤΗΡ ΙΕΡΕΜΙΑΣ ΦΟΥΝΤΑΣ


ΡΑΔΙΟΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΜΕ ΤΗΝ ΣΟΦΙΑ ΧΑΤΖΗ ΤΑ ΜΕΓΑΛΑ ΘΑΥΜΑΤΑ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΚΑΛΥΒΙΤΗ.



«Πάτερ, πώς γίνεται εσύ να γνωρίζεις τά πάντα καί να προλέγεις τό μέλλον των ανθρώπων;». Ο ΣΤΑΡΕΤΣ ΘΕΟΦΙΛΟΣ Ο ΔΙΑ ΧΡΙΣΤΟΝ ΣΑΛΟΣ ΑΣΚΗΤΗΣ ΤΗΣ ΛΑΥΡΑΣ ΤΩΝ ΣΠΗΛΑΙΩΝ ΤΟΥ ΚΙΕΒΟΥ.



 
«Πάτερ, πώς γίνεται εσύ να γνωρίζεις τά πάντα καί να προλέγεις τό μέλλον των ανθρώπων;».
«Δεν υπάρχει καμιά δυσκολία σ’ αυτό», απάντησε εκείνος.
«Στ’ αλήθεια είναι τόσο απλό πάτερ;».
«Πάρα πολύ απλό. Θέλεις ν’ απόκτησης κι εσύ την Ικανότητα να κάνης τό ίδιο;».
«Πάρα πολύ πάτερ δίδαξε με».
«Τότε λοιπόν, βγάλε μια μικρή βλεφαρίδα από τά βλέφαρά σου καί δέσε δύο κόμπους σ’ αυτήν. Όταν τό κάνης αυτό, θα γίνεις σοφός όσο εγώ!».
«Στ’ αλήθεια εννοείς πώς κι εσύ μ’ αυτόν τόν τρόπο τά κατάφερες;».
«Φυσικά», απάντησε ό Στάρετς.
Ό συνταξιούχος ναυτικός επιχείρησε να εφαρμόσει αυτή την συμβουλή, αλλά όσο σκληρά  και αν προσπάθησε, δεν μπόρεσε ούτε έναν κόμπο να κάνη στήν βλεφαρίδα.
«Τόσο δύσκολο ήταν καί γιά μένα να επιτύχω την τωρινή μου κατάσταση!...», είπε ό μακάριος καί έφυγε μακριά από τόν συνταξιούχο.



ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ.
Ο ΣΤΑΡΕΤΣ ΘΕΟΦΙΛΟΣ Ο ΔΙΑ ΧΡΙΣΤΟΝ ΣΑΛΟΣ ΑΣΚΗΤΗΣ ΤΗΣ ΛΑΥΡΑΣ ΤΩΝ ΣΠΗΛΑΙΩΝ ΤΟΥ ΚΙΕΒΟΥ. (1788-1853Μ.Χ)ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΤΟΥ ΕΒΡΟΥ.

Προσευχήσου Ιωσήφ, δούλε τού Θεού. Ό τόπος πάνω στον όποιο στεκόμαστε, είναι ιερός». «Πώς μπορεί νάναι ιερός;». Ρώτησε ό Ντισκόφσκυ. .Ο ΣΤΑΡΕΤΣ ΘΕΟΦΙΛΟΣ Ο ΔΙΑ ΧΡΙΣΤΟΝ ΣΑΛΟΣ ΑΣΚΗΤΗΣ ΤΗΣ ΛΑΥΡΑΣ ΤΩΝ ΣΠΗΛΑΙΩΝ ΤΟΥ ΚΙΕΒΟΥ. (1788-1853Μ.Χ)






 Σε μιά άλλη περίσταση ή Εύγενία Ρούντκιν ήρθε  πάλι στον Στάρετς γιά κάποιο θέμα. Καθώς ετοιμαζόταν να φύγη, είπε:
«Πατερούλη, πώς συμβαίνει νάχης όλότελα  ξεχάσει τόν πατέρα μου; Έλα να τόν δής γιά  λιγο. Θα δής πόσο όμορφο έγινε τό περιβόλι τώρα».


«Θάρθω, θάρθω», απάντησε ό Στάρετς μέ τρυφερότητα.
Καί πράγματι πολύ σύντομα έπισκέφτηκε τό μερος τους στήν Γκλουμποκΐτσα. 'Η συνάντηση του μακάριου μέ τόν Ντικόφσκυ ήταν ιδιαίτερα συγκινητική. Ό Ιωσήφ δεν είχε δη τόν Στάρετς για αρκετά χρόνια καί χαιρόταν σάν μικρό παιδί  άρχισε να τού δείχνει πόσο πολύ είχε επεκταθεί το περιβόλι του.
« Ωραία, πολύ ωραία», είπε εκείνος, «όλα έχουν ευλογηθεί μέ τό παραπάνω!».
Αργότερα, καθώς τριγυρνούσαν στο αγρόκτημα μέ τόν Ντικόφσκυ, σταμάτησε κάτω από μια μεγάλη βαλανιδιά. Ό Στάρετς σήκωσε τά μάτια του καί είπε:


Προσευχήσου Ιωσήφ, δούλε τού Θεού. Ό τόπος πάνω στον όποιο στεκόμαστε, είναι ιερός». «Πώς μπορεί νάναι ιερός;». Ρώτησε ό Ντισκόφσκυ.
«Στις διακοπές οι νέοι της πόλης έρχονται έδώ καί ασχημονούν καί έσύ τόν λές ιερό!».
«Όχι, όχι», απάντησε ό προορατικός Στάρετς μέ πεποίθηση. «Αληθινά σου λέω, ότι έδώ σ’ αυτόν τόν τόπο πού πατάμε, θα λάμψη ή δόξα του Θεού. Θα χτίστη μια εκκλησία έδώ. 'Η βαλανιδιά θα κοπή κι έδώ ακριβώς θα χτιστή ή 'Άγια Τράπεζα. Τό τεράστιο περιβόλι σου θα γίνει Γυναικείο Μοναστήρι από μια πριγκίπισσα ή οποία θα είναι κτιτόρισσα καί προεστώσα συγχρόνως σ’ αυτό».


'Η προφητεία του Στάρετς εκπληρώθηκε τό 1888. 'Η Μεγάλη Δούκισσα Αλεξάνδρα Πέτροβνα, σύζυγος του Μεγάλου Δούκα Νικολάϊ Νικολάϊεβιτς, ζούσε στο Λΐπσκυ, ένα προάστιο του Κιέβου. Εκεί κοντά είχε χτίσει ένα μικρό Μοναστηράκι. Τώρα άρχισε να ψάχνη την γύρω περιοχή του Κιέβου γιά έναν κατάλληλο τόπο γιά να κτίσει ένα μεγάλο Κοινόβιο.


'Η Θεοδοσία Απονάρκωνα, μια από τις θυγατέρες του Νιέφσκι, άκουσε γιά τό τί σκόπευε να κάνη ή Δούκισσα καί της συνέστησε γι’ αυτόν τόν σκοπό της, τό κομμάτι της Γής του Ιωσήφ πού πλέον κατείχε εκείνη. Ή πριγκίπισσα έστειλε την σύζυγο του Διακόνου της του Ντικόφσκυ, παραγγέλοντας να έξετάση προσεκτικά τόν χώρο καί να φέρει πίσω ένα σχέδιο. Έτσι τό περιβόλι του Ιωσήφ αγοράστηκε καί σύντομα
μέ τόν ζήλο καί τά μέσα της Μεγάλης Δούκισσας, χτίστηκε τό γυναικείο Μοναστήρι Ποκρόβσκυ.


"Οταν ή Υψηλή Μοναχή, πληροφορήθηκε , για την πρόρρηση του Στάρετς Θεόφιλου έμεινε έκθαμβη.
«Θεέ μου! είναι αλήθεια; Γιατί δεν μου τό είπατε νωρίτερα;».


«Μου διέφυγε ολότελα Δέσποινα», απάντησε  ή Πονίρκινα. Ή πριγκίπισσα έστειλε αμέσως μια μοναχή στο ερημητήριο Κιτάγιεφ μέ την εντολή να ψάλει ένα μεγαλόπρεπο μνημόσυνο στον τάφο του Στάρετς Θεόφιλου. Από τότε τιμούσε μέ μεγάλη ευλάβεια καί αφοσίωση την μνήμη του καί παράγγειλε να φτιάξουν τό πορτραίτο του.


 
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ.
Ο ΣΤΑΡΕΤΣ ΘΕΟΦΙΛΟΣ Ο ΔΙΑ ΧΡΙΣΤΟΝ ΣΑΛΟΣ ΑΣΚΗΤΗΣ ΤΗΣ ΛΑΥΡΑΣ ΤΩΝ ΣΠΗΛΑΙΩΝ ΤΟΥ ΚΙΕΒΟΥ. (1788-1853Μ.Χ)ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΤΟΥ ΕΒΡΟΥ.

«Γιατί δούλη τού Θεού δεν παντρεύεις τά παιδιά σου;». «Δεν μπορώ να βρω γαμπρούς, πατερούλη».Ο ΣΤΑΡΕΤΣ ΘΕΟΦΙΛΟΣ Ο ΔΙΑ ΧΡΙΣΤΟΝ ΣΑΛΟΣ ΑΣΚΗΤΗΣ ΤΗΣ ΛΑΥΡΑΣ ΤΩΝ ΣΠΗΛΑΙΩΝ ΤΟΥ ΚΙΕΒΟΥ. (1788-1853Μ.Χ)









Ό Στάρετς, δεν ταξίδευε μέ άμαξα, άλλά μόνο σε ένα μικρό άλογο. Ζούσε τότε ένας έμπορος πού τόν έλεγαν Ιβάν Κάτκωφ καί έμενε ο Ποντόλ. Ευλαβούνταν πολύ καί τιμούσε τόν μακάριο, άλλά τόν φοβόταν κι όλας. Αυτός του χάρισε ένα μικρό άλογο. Όμως ό Στάρετς δεν μπορούσε να τό φροντίσει στο Μοναστήρι κι  ό Κάτκωφ έστελνε στον πατέρα κάθε  ημέρα ταϊσμένο καί ποτισμένο.



Ό Στάρετς, έζευε τό άλογο σ’ ένα μικρό κάρο. Καθόταν σ’ αυτό καί διάβαζε τό Ψαλτήρι του σ’ όλο του τόν δρόμο. Τό άλογο προχωρούσε μόνο του, ακυβέρνητο. Καθώς τό άλογο προχωρούσε, αλητόπαιδα τού δρόμου μαζεύονταν  ένα ολόκληρο πλήθος, κι έτρεχε από πίσω του φωνάζοντας: «Θεόφιλε, Θεόφιλε, πάρε μας μαζί σου!».
Μερικές φορές κανένα απ’ αυτά τόν πετροβολούσε κι όλας. Ό Στάρετς, τότε μόνο γύριζε κι έριχνε μια ματιά στο ανάγωγο παιδί, κουνούσε τό δάχτυλό του αυστηρά προς αυτό καί ξανά χαμήλωνε τά μάτια στο Ψαλτήρι του.





Ό Ιωσήφ Ντικόφσκυ, δεν ήταν ό μοναδικός πού ήταν καρδιακά δεμένος μέ τόν Στάρετς. Ό Θεόφιλος αγαπούσε όλη του την οικογένεια. Ή μεγαλύτερη κόρη τού Ντικόφσκυ, ή Ευγενία, παντρεμένη μέ τόν Ιβάν Γρηγόριεβιτς Ρούντκιν, ευλαβούνταν ιδιαίτερα τόν Στάρετς. Ό Ρούντκιν, ποτέ δεν ξεκινούσε γιά κάποια αγοραπωλησία στήν δουλειά του, αν πρώτα δεν έπαιρνε την συμβουλή καί την ευλογιά τού Στάρετς.
Κάποτε, ή Ευγενία ήρθε στον πατέρα Θεόφιλο γιά κάποιο λόγο κι εκείνος τή ρώτησε:


«Γιατί δούλη τού Θεού δεν παντρεύεις τά παιδιά σου;».
«Δεν μπορώ να βρω γαμπρούς, πατερούλη».
«Δεν μπορείς να βρεις γαμπρούς; Πρόσεξε πολύ, Θάνε δύσκολο γιά την ψυχή σου όταν θάρθη ή ώρα να περάσεις τόν πύρινο ποταμό».
«Μά θ’ απλώσεις τό ραβδί σου πατερούλη κι εγώ θα περάσω», τού απάντησε εκείνη χαριτολογώντας.
Ό Στάρετς πήγε τότε μέσα στο κελί του κι έφερε ένα κομμάτι άσπρο ψωμί αλειμμένο μέ μαύρο χαβιάρι.
«Ορίστε, εδώ έχω κάτι γιά σένα. Μή φοβείσαι, πόρτο. Καί μόλις γυρίσεις σπίτι σου δώστο στήν κόρη σου. Θα παντρευτεί σύντομα ένα πολύ σπουδαίο πρόσωπο».
Μετά από λίγο καιρό ή κόρη των Ρούντκιν, παντρεύτηκε μέ τόν καθηγητή Κωνσταντίν Κβορτσώφ.



ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ.
Ο ΣΤΑΡΕΤΣ ΘΕΟΦΙΛΟΣ Ο ΔΙΑ ΧΡΙΣΤΟΝ ΣΑΛΟΣ ΑΣΚΗΤΗΣ ΤΗΣ ΛΑΥΡΑΣ ΤΩΝ ΣΠΗΛΑΙΩΝ ΤΟΥ ΚΙΕΒΟΥ. (1788-1853Μ.Χ)ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΤΟΥ ΕΒΡΟΥ.