Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Φόρτωση...

Τρίτη, 30 Σεπτεμβρίου 2014

Η ΚΥΡΙΑ ΑΘΗΝΑ ΣΙΔΕΡΗ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟ ΠΑΙΔΙ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΟΡΦΥΡΙΟΥ ΜΙΛΑ ΓΙΑ ΤΑ ΘΑΥΜΑΣΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΠΟΥ ΕΖΗΣΕ ΜΑΖΙ ΤΟΥ.ΝΕΑ ΕΚΠΟΜΠΗ.29/09/14


Ο ΔΑΣΚΑΛΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΓΥΜΝΟ ΠΤΩΜΑ.






Ο ΔΑΣΚΑΛΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΓΥΜΝΟ ΠΤΩΜΑ

Ένας ηγεμόνας είχε στην υπηρεσία του ένα νέο αλλά σοφό δάσκαλο. Κάποτε τον έστειλε πρεσβευτή στη Γαλλία. Ό δάσκαλος ήταν και μεγάλος ευεργέτης, μα τις αγαθοεργίες του τις έκανε κρυφά. Έφυγε λοιπόν. Στο δρόμο είδε σέ μια άκρη, καθώς περνούσαν με την ακολουθία, ένα πτώμα πού κειτόταν γυμνό στη γη. Απομακρύνθηκε λίγο κι είπε στους υπηρέτες του:

—     Προχωρήστε εσείς, μή με περιμένετε.
Κι άμα προχώρησαν, αυτός γύρισε πίσω, έβγαλε το ένα από τά
δύο πουκάμισά του κι έντυσε τον νεκρό. Ύστερα πήγε να συναντήσει τούς υπηρέτες του.
Έφτασαν σέ μια πόλη. Στη μέση μιας πλατείας σέ μια λακκούβα γεμάτη λάσπη ήταν πεσμένος ένας παράλυτος ζητιάνος. Κανένας δεν τον σήκωνε. 

Κανένας δεν τον ελεούσε. Ό δάσκαλος, όμως, ξεπέζεψε, τον τράβηξε έξω από τη λακκούβα και του έδωσε ένα φιορίνι.
Ύστερα πήρε το καράβι για τη Γαλλία, αλλά ξέσπασε θαλασσοταραχή και το καράβι βούλιαξε. Ξαφνικά, παρουσιάστηκε ένας άνθρωπος, άρπαξε το δάσκαλο και τον έβγαλε στη στεριά. Και τότε του είπε:

—     Είμαι ό ζητιάνος πού έβγαλες από τη λάσπη. Έτσι σου ανταποδίδω τά ίδια.

Όταν έφτασε στη Γαλλία εκπλήρωσε την αποστολή πού του είχε αναθέσει ό ηγεμόνας του και γύρισε στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί, καθώς διέσχιζε μια πλατεία καβάλα στο άλογό του, αυτό έπεσε και τον έριξε. Κι ό καημένος έσπασε το πόδι του.

Έτρεξε ό βασιλιάς με τούς στρατιώτες του, τον σήκωσαν και τον πήγαν στο παλάτι. Φώναξαν τούς γιατρούς, μα κανένας δεν μπόρεσε να τον γιάνει.
Ό δάσκαλος είχε έναν πιστό δούλο πού κοιμόταν πάντα κοντά του. Τον έστειλε, λοιπόν, να κρυφακούσει τί έλεγαν οι χειρουργοί.
Τούς άκολούθησε, λοιπόν, καθώς έβγαιναν από το παλάτι και τούς άκουσε να λένε:

—     Ας ξανάρθουμε αύριο. ’Αν μάς επιτρέψει να του κόψουμε το πόδι κάτω από το γόνατο, ίσως τον σώσουμε. Αλλιώς θα πεθάνει και δεν πρέπει ούτε να τον αγγίξουμε.
Ό δούλος γύρισε κλαίγοντας και του τά είπε όλα. Κι αυτός, σαν τ’ άκουσε, είπε:

—     Προτιμώ να πεθάνω, παρά να ζήσω μ’ ένα πόδι.
Έκλαψε πολύ, ώσπου στο τέλος τον πήρε ό ύπνος. Ό δούλος είχε πλαγιάσει στο πάτωμα, στην άκρη του κρεβατιού.
Τά μεσάνυχτα, ένας άντρας με λευκό πουκάμισο ήρθε και κάθισε πλάι στο δάσκαλο, τον χαιρέτησε και τον ρώτησε πώς πάει το πόδι του.

—     Δείξε μου που χτύπησες, του είπε, για να καταλάβω πώς πάς. ’Έλυσε τούς επιδέσμους κι υστέρα έβγαλε από την τσέπη του ένα
κουτί με αλοιφή. Πήρε λίγη στις άκρες τών δαχτύλων του κι έτριψε το πόδι.

—     Κούνησε το! είπε στο δάσκαλο.
Και πραγματικά, το πόδι κινήθηκε. Ό άγνωστος το ξανατρίψε με το φάρμακό του.

—     Σήκω και στηρίξου πάνω μου! του όρισε.
Ό δάσκαλος δίσταζε. Μα ό ξένος επέμενε και τον έβαλε να σηκωθεί και να στηριχτεί πάνω του. Ύστερα, τον ξάπλωσε και του Έτριψε το πόδι για τρίτη φορά.

—     Τώρα σήκω και περπάτα. Έγινες καλά.
Κι ό δάσκαλος βάδισε όπως και πρώτα. Ό άγνωστος του είπε:


—     Είμαι ό γυμνός νεκρός πού βρήκες στο δρόμο σου και πού τον σκέπασες με το πουκάμισό σου. Σου ανταποδίδω την καλή σου πράξη.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ Η ΣΟΦΙΑ ΤΟΥ ΜΥΘΟΥ. ΣΟΥΛΚΧΑΝ ΣΑΜΠΑ ΟΡΜΠΕΛΙΑΝΙ


ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΤΥΦΛΟΙ




ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΤΥΦΛΟΙ

Ζούσε κάποτε ένας φτωχός νέος πού πλανιόταν στον κόσμο και ζητούσε ελεημοσύνη. Μέσα σ’ ένα χρόνο μάζεψε δέκα φιορίνια και γύρισε στον τόπο του.

Κοντά στην πόλη όπου έμενε, κυλούσε ένα ποτάμι. Ό νεαρός γδύθηκε, πλύθηκε σέ αυτό και ξαναντύθηκε. Πήρε το δρόμο μα ξέχασε τά φιορίνια του στην ακροποταμιά. Όταν τά θυμήθηκε κι ε-ψαξε στην τσέπη του χωρίς να τά βρει, έκανε έναν όρκο στο Θεό:

—     ’Αν ξαναβρώ τά φιορίνια μου, θα δώσω ένα στον πρώτο ζητιάνο.
Γύρισε πίσω και βρήκε τά λεφτά εκεί πού τά είχε αφήσει.
Μπαίνοντας στην πόλη συνάντησε έναν τυφλό ζητιάνο και του διηγήθηκε την ιστορία του.
—     Μια κι έδωσα, λοιπόν, όρκο, πάρε το φιορίνι σου.

Ό ζητιάνος, όμως, πού ήταν ολότελα τυφλός, είπε:
—     Μια και πρόκειται για κάτι πού έταξες στο Θεό, δώσε μου και τά δέκα φιορίνια να διαλέξω αυτό πού είναι για μένα.
Ό νέος του εμπιστεύτηκε τά χρήματά του κι ό τυφλός τά πήρε και τά ’χωσε στην τσέπη του. Κι όταν ό νέος του τά γύρεψε, άρχισε να φωνάζει:
—     Βοήθεια! Βοήθεια! Αυτός ό άνθρωπος θέλει το κακό μου.
Έτρεξαν κοντά περαστικοί και, καθώς ό νέος δεν είχε μάρτυρες
για ν’ αποδείξει το αντίθετο, έφαγε το ξύλο της χρονιάς του κι έχασε και τά λεφτά του.
Καταλυπημένος, πήρε από πίσω τον τυφλό για να δει τί θα κάνει με αυτά πού του πήρε.
Ό τυφλός γύρισε σπίτι του, πήρε ένα λαγήνι γεμάτο φλουριά κι έριξε μέσα τά φιορίνια του νέου λέγοντας:

—     Πεντακόσια φιορίνια μου, σάς φέρνω κι άλλα δέκα.
Κι άπ’ τη χαρά του πέταξε τρεις φορές το λαγήνι ψηλά και το ξα- νάπιασε. Την τέταρτη φορά, όμως, ό νέος του το άρπαξε και το έκρυψε. Ό τυφλός έψαξε για ώρα μα του κάκου.
Στο τέλος κάθισε στο κατώφλι του κι άρχισε να κλαίει. Τότε πέρασε ένας άλλος τυφλός ζητιάνος πού τον κατάλαβε και τον ρώτησε:

—     Γιατί κλαις;
Κι αυτός του διηγήθηκε το πάθημά του.

—     Το και το, κι έτσι έχασα και τά πεντακόσια μου φιορίνια.

—     Μα κακόμοιρε, έτσι φυλάς τά λεφτά σου; τον αποπήρε ό δεύτερος. Κοίτα έμενα, μέσα σ’ αυτό το μπαστούνι έχω εξακόσια φιορίνια. ’Αν το ξεχάσω κάπου, μου το φέρνουν αμέσως.
Ό πρώτος παρακάλεσε:
—     Για δεΐξ’ το μου!
Τη στιγμή, όμως, πού ό συνομιλητής του του άπλωνε το μπαστούνι, ό νέος, πού βρισκόταν εκεί κοντά, το άρπαξε. Πέρασε λίγη ώρα κι ό κάτοχος του μπαστουνιού ζήτησε το μπαστούνι του πίσω. Ό άλλος, όμως, του απάντησε:
—     Μα δέ μου έδωσες τίποτα!
Κι άρχισε ό καβγάς. Τον άκουσε ένας τρίτος τυφλός, περαστικός από κει, και πλησίασε.
—     Γιατί τσακωνόσαστε; ρώτησε.
Και ό ένας του μίλησε για το λαγήνι κι ό άλλος για το μπαστούνι.
—     Καλοί είσαστε κι οι δύο, τούς κορόιδεψε εκείνος. Εγώ ξέρετε που βάζω τά λεφτά μου; Αυτή ή παλιά κάπα έχει μέσα της χίλια φιορίνια. Όπου και να την αφήσω, μου τη φέρνουν αμέσως.
Ό νέος πού τ’ άκουσε όλα έτρεξε κι αγόρασε μέλι και το έριξε πάνω στην κάπα του τελευταίου τυφλού. Κι αμέσως αυτόν τον έζωσαν οι μέλισσες. Τί να κάνει ό κακόμοιρος; Την έβγαλε από πάνω του και την πέταξε κάτω. Κι αμέσως ό νέος την πήρε. Οι τρεις τυφλοί βάλθηκαν να κλαίνε και να φωνάζουν.

Το περιστατικό έφτασε στ’ αφτιά του βασιλιά, πού μήνυσε με τον κήρυκά του:
—     Όποιος έκανε αυτές τις ατιμίες να έρθει να μου το πει, αλλιώς, αν τον ανακαλύψω, θα του φερθώ χωρίς οίκτο.
Το φτωχό νέο τον πήρε το φιλότιμο. «Λες να βρει το μπελά του κάποιος αθώος;» σκέφτηκε.
Πήγε λοιπόν στο βασιλιά και του τά είπε όλα:
—     Να πώς μου ανταπόδωσε την καλοσύνη μου.


Κι ό βασιλιάς αποφάσισε:
—     Αφού κανένας δεν ανταποδίδει το καλό πού του έκαναν και μια κι έκανες όρκο στο Θεό να δώσεις το ένα δέκατο από τά λεφτά σου στους ζητιάνους, δώσε το δέκατο από τά πεντακόσια φιορίνια στον πρώτο, το δέκατο από τά εξακόσια στο δεύτερο και το δέκατο από τά χίλια στον τρίτο. ’Έτσι, δέ θα πατήσεις τον όρκο σου κι ό Θεός θα σέ προστατεύσει.

Ό Δέον είπε:



—     Μα με αυτόν τον τρόπο δεν ανταποδίδεις το καλό με κακό. Ό φτωχός νέος κράτησε τον όρκο του στο Θεό, ενώ ό τυφλός φέρθηκε άπληστα, έδειξε φιλαργυρία. Αυτοί οι τυφλοί τά χρήματά τους τά κέρδισαν με δόλο. 'Ο Θεός, λοιπόν, τούς τά στέρησε και τά έδωσε στο νεαρό.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ Η ΣΟΦΙΑ ΤΟΥ ΜΥΘΟΥ. ΣΟΥΛΚΧΑΝ ΣΑΜΠΑ ΟΡΜΠΕΛΙΑΝΙ

“ΕΧΘΡΟΣ ΤΟΥ ΛΑΟΥ” Η ΣΤΑΥΡΙΚΗ ΠΟΡΕΙΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΝΕΟΜΑΡΤΥΡΑ π. ΠΑΥΛΟΥ ΑΝΣΙΜΩΦ (1891 - 1937


ΑΓΝΑΝΤΕΜΑ




Αγνάντεμα


Εφέτος τη Μεγάλη Πέμπτη
-ημέρα στο Φανάρι μυροβλήσια -
ξανάβγαλα μια παλιά φωτογραφία
του εικοσιοκτώ, σε χαρτί μουντό
γύρω από τον Πατριάρχη και το Δεσποταριό
- φαίνεται κι ό πατέρας μου διάκος με το θυμιατό•
«Ανδρειωμένου και Υιών»,
καλλιτεχνική κι αριστοτεχνική
με το «PERA STAMBOUL» στη μέση,
με σφραγίδα και παράσημα
κι όλα τά άλλα σχετικά πολίτικα,
παρμένη μπροστά στον Πύργο
το βυζαντινό τού Μυροφυλακείου
τού Οικουμενικού Πατριαρχείου.
Χωρίς ψαλμούς και ευαγγέλια,
χωρίς σταυρούς και λάβαρα
ή αρωματισμένη κουστωδία-
μόνο τού Μύρου τά δοχεία κι οι
σωπασμένες πια μορφές,
 απόκοσμες πια και αυτές,
συνθέτουν το απαύγασμα
 τού χθες αυτή την ώρα,
 παράδοση χειροπιαστή για τον αιώνα.
Μ. Πέμπτη. 3 Μαΐου 2002.
Ή κλασική φωτογραφία Πατριάρχου και Αρχιερέων, μετά την ύψωση| του Αγίου Μύρου, του έτους 1928.

Ιωάννης Γαλάνης. Αρχιδιάκονος Ί. Μητροπόλεως Δέρκων.


ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ ΓΑΛΑΝΗ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΠΕΡΓΗΣ
ΕΚ ΦΑΝΑΡΙΟΥ


ΤΑ ΠΟΙΗΤΙΚΑ

ΑΛΑΡΓΗΝΟ ΑΝΤΗΧΗΜΑ.




Αλαργινό Αντήχημα
Κοντεύει μισός αιώνας
πού είχα στείλει μια καρτούλα
γιορτινή στη Σουλτάνα
τη «δασκάλα με το μαντολίνο»
στη σχολή της Μαρασλείου,
όπως τη γνωρίσαμε
στην Αυλή τού Φαναριού.
Εφέτος την είδα να πετάγεται
στις φλόγες να καεί,
 σαν προσφορά στο άγιο Μύρο,
 και μου ’ρτε σαν πένθιμο αντήχημα
κάποιας στροφής τού μαντολίνου
της Φαναριώτισσας δασκάλας πού ζήταγε
 να ακουστεί.
Έσκυψα και την πήρα την καρτούλα
και δεν την άφησα να αποτεφρωθεί,
έστω και για τ’ άγιο Μύρο,
 πριν εξαφανιστεί και ό αποστολέας της.


 'Άγιο Μύρο, 2002, Οικουμενικό Πατριαρχείο. 

ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ ΓΑΛΑΝΗ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΠΕΡΓΗΣ
ΕΚ ΦΑΝΑΡΙΟΥ
ΤΑ ΠΟΙΗΤΙΚΑ


Και η Θεοτόκος παίρνει την μητέρα του Ιούδα στο σπίτι της και την αγαπά και την παρηγορεί και λέει ότι Αυτός που σταυρώθηκε στο Γολγοθά μας είπε να αγαπούμε αλλήλους.ΠΑΤΗΡ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΓΟΝΤΙΚΑΚΗ


Μοίρασέ το!!!!

ΣΗΜΑΝΤΙΚΑ.