Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Φόρτωση...

Τρίτη, 16 Σεπτεμβρίου 2014

Μοναχή Χριστοδούλη, η έγκλειστος.





Μοναχή Χριστοδούλη, η έγκλειστος

Την γνώρισα στα ύστερνά της. Το εργόχειρό της ήταν ιεροράπτρια. Δεν ήτανε σπουδαία στο εργόχειρό της, αλλ’ η φτωχολογιά εκεί κατέφευγε. Σ’ όλους τους μαθητές της Πατμιάδος Σχολής αυτή έρραβε τα ρασάκια. Με τα λίγα έσοδά της συντηρείτο, γιατί το μοναστήρι ήταν ιδιόρρυθμο και δεν εκάλυπτε τις ανάγκες των αδελφών της Μονής.


Κάθε φορά που πήγαινα στην γυναικεία Μονή, η Χριστοδούλη πίσω από την πύλη περίμενε κάποιον να βρη να αγγαρεύση είτε για λίγο ψωμί είτε για διάφορα τρόφιμα. Έβαζα κακό λογισμό: «Μα πέντε βήματα είναι ο φούρνος και το μαγαζί και περιμένει εμένα να της ψωνίσω;». Κάθε φορά έδινε και φιλοδώρημα. Προσπαθούσα να το αποφύγω. Λίγες φορές το πέτυχα . Επιμένοντας πως είναι ευλογία της Παναγίας , με έκαμπτε να το πάρω.


Η Χριστοδούλη ήταν ασκητικός άνθρωπος. Η στρωμνή της ήταν καταγής , στοιβές πατικωμένες , με προσκέφαλο μια πέτρα. Μια παλιοκουβέρτα τα σκέπαζε όλα. Λιτό ήταν και το φαγητό της.



Σαν κοιμήθηκε λύθηκε η απορία μου, γιατί η Χριστοδούλη μ’ έστελνε σε θελήματα. Μίλησε ο πατήρ Παύλος Νικηταράς και ελάλησε τα εξής:


-       Η γερόντισσα Χριστοδούλη εισήλθε στο μοναστήρι της Παναγίας πριν από εξήντα χρόνια και σήμερα εξέρχεται για πρώτη και τελευταία φορά , βασταζόμενη υπό τεσσάρων, για το κοιμητήριο της Μονής.
Εξήκοντα χρόνια στο μοναστήρι, δίπλα στο σπίτι της, και ποτέ δεν εξήλθε της πύλης! Δοξασμένος ο Θεός. Υπάρχουν και σήμερα καλόγριες σαν του παλιού καιρού. Αν βάλουμε κανόνα στον εαυτό μας , και τον πιο σκληρό, και τον κρατήσουμε μυστικά και από τους Αγγέλους, ο Κύριος θα βοηθήση να τον εκτελέσουμε μέχρι το τέλος. Όταν τον έβαζε η απαλή κόρη, άραγε να μη σκέφθηκε πως κάποτε θα αρρωστήσουν οι γείτονες γονείς της και θα πρέπει να τους παρασταθή, ή ακόμα και οι στενοί της συγγενείς; Θα γιορτάση το μοναστήρι τον Θεολόγο και τον Όσιο∙ δεν θα δημιουργηθή μέσα της ο πόθος να προσκυνήση; Αν αρρωστήση βαριά, δεν θα πρέπει να ταξιδέψη εκτός νησιού για γιατρούς και θεραπείες; Όλα τα νίκησε ο κανόνας της άσκησης , και θεία και ανθρώπινα και ανάγκες, και έμεινε έγκλειστος ,του Θεού συνεργούντος , εξήντα χρόνια!

Από το βιβλίο: «Μορφές που γνώρισα να ασκούνται στο σκάμμα της Εκκλησίας»
Ιερά Μονή Δοχειαρίου , Άγιον Όρος

Γραφικές Τέχνες – Εκδόσεις: «Το Παλίμψηστον»

Δευτέρα, 15 Σεπτεμβρίου 2014

ΜΑΚΑΡΙΣΤΟΣ ΓΕΡΩΝ ΙΩΣΗΦ ΒΑΤΟΠΕΔΙΝΟΣ. ΣΤΙΣ ΘΛΙΨΕΙΣ ΜΗΝ ΓΟΓΓΥΖΕΤΕ!!! ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΧΩΡΙΣ ΘΕΟΝ....!!!!.....ΕΙΔΑΜΕΝ ΚΑΙ ΤΟΝ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΝ , ΕΙΔΑΜΕΝ ΚΑΙ ΤΗΝ ΦΟΒΕΡΑΝ ΕΚΕΙΝΗΝ ΚΟΛΑΣΙΝ...ΜΑΣ ΠΗΓΑΝ ΟΙ ΓΕΡΟΝΤΑΔΕΣ ΜΑΣ!!!....ΟΙ ΗΓΕΤΕΣ , ΤΩΝ ΛΑΩΝ ΕΦΑΡΜΟΖΟΥΝ ΑΔΙΚΙΕΣ , ΟΠΟΤΕ ΟΙ ΛΑΟΙ ΘΑ ΞΕΣΗΚΩΘΟΥΝ...!!!









ΣΤΙΣ ΘΛΙΨΕΙΣ ΜΗΝ ΓΟΓΓΥΖΕΤΕ!!! ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΧΩΡΙΣ ΘΕΟΝ....!!!!.....ΕΙΔΑΜΕΝ ΚΑΙ ΤΟΝ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΝ , ΕΙΔΑΜΕΝ ΚΑΙ ΤΗΝ ΦΟΒΕΡΑΝ ΕΚΕΙΝΗΝ ΚΟΛΑΣΙΝ...ΜΑΣ ΠΗΓΑΝ ΟΙ ΓΕΡΟΝΤΑΔΕΣ ΜΑΣ!!!....ΟΙ ΗΓΕΤΕΣ , ΤΩΝ ΛΑΩΝ ΕΦΑΡΜΟΖΟΥΝ ΑΔΙΚΙΕΣ , ΟΠΟΤΕ ΟΙ ΛΑΟΙ ΘΑ ΞΕΣΗΚΩΘΟΥΝ...!!! ...ΜΕ ΤΙΣ ΘΛΙΨΕΙΣ , ΙΣΟΦΑΡΙΖΟΜΕΝ , ΤΗΝ ΦΙΛΑΥΤΙΑΝ ΚΑΙ ΤΗΝ ΦΙΛΗΔΟΝΙΑΝ....!!!ΤΩΡΑ ΘΑ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΘΟΥΜΕ ΣΤΗΝ ΑΥΤΑΡΚΕΙΑΝ , ΚΑΙ ΝΑ ΖΟΥΜΕ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΑ...!!!!


ΤΑ ΛΑΘΗ ΜΑΣ ΕΙΝΑΙ ΣΤΗΝ ΑΥΤΑΡΕΣΚΕΙΑΝ , ΣΤΗΝ ΦΙΛΗΔΟΝΙΑΝ , ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΦΙΛΑΥΤΙΑΝ....Ε!!...ΚΑΙ ΦΘΑΣΑΜΕΝ ΕΩΣ ΕΔΩ!!!....ΤΩΡΑ Η ΠΑΤΡΙΚΗ ΣΤΟΡΓΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ , ΒΡΙΣΚΕΙ ΤΡΟΠΟΥΣ , ΝΑ ΜΑΣ ΕΞΟΦΛΗΣΕΙ , ΑΥΤΑ ΠΟΥ ΚΑΝΑΜΕ !!!ΓΙΑ ΝΑ ΜΗΝ ΧΑΘΟΥΜΕ , ΜΑΣ ΔΙΔΕΙ ΤΟ ΑΝΤΙΜΕΤΡΟΝ , ΤΗΝ ΠΛΗΡΩΜΗΝ....ΚΑΙ ...ΕΤΣΙ , ΕΚΕΙ ΠΟΥ ΗΤΑΝ Η ΦΙΛΑΥΤΙΑ ΚΑΙ Η ΦΙΛΗΔΟΝΙΑ ΚΑΙ Η ΑΥΤΑΡΕΣΚΕΙΑ , ΘΑ ΜΠΕΙ ΤΩΡΑ Η ΦΙΛΟΠΟΝΙΑ , ΟΙ ΔΙΩΓΜΟΙ , ΟΙ ΑΔΙΚΙΕΣ , ΟΙ ΑΡΡΩΣΤΕΙΕΣ , ΟΙ ΚΑΤΑΚΡΙΣΕΙΣ , ΚΑΙ 

ΑΥΤΑ ΠΟΥ ΑΚΟΥΤΕ ΚΑΙ ΒΛΕΠΕΤΕ....


ΠΡΙΝ ΤΗΣ ΣΥΝΤΕΛΕΙΑΣ , ΘΑ ΠΡΟΗΓΗΘΟΥΝ ΜΕΓΑΛΕΣ ΘΛΙΨΕΙΣ ΚΑΙ ΠΟΛΕΜΟΙ ΚΑΙ ΔΕΙΝΑ.........

15-5-2009 Η ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΜΕ ΤΟΝ ΓΕΡΟΝΤΑ ΙΩΣΗΦ ΤΟΝ ΒΑΤΟΠΑΙΔΙΝΟ(46 ΗΜΕΡΕΣ ΠΡΙΝ ΤΗΝ ΚΟΙΜΗΣΗ ΤΟΥ.

ΟΙ ΔΥΟ ΑΣΤΕΓΕΣ ΓΙΑΓΙΑΔΕΣ


Ο ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΜΠΑΜΠΙΝΙΩΤΗΣ ΚΑΙ Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ .


ΠΕΡΙ ΕΠΙΜΕΛΕΙΑΣ ΨΥΧΗΣ ΑΓΙΟΣ ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ ΠΕΝΤΑΠΟΛΕΩΣ


Κυριακή, 14 Σεπτεμβρίου 2014

ΟΙ ΠΡΟΣΚΥΝΗΤΕΣ ΚΑΙ Η ΕΥΣΕΒΕΙΑ ΤΩΝ ΑΘΗΝΑΙΩΝ. Ο ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΣ ΠΑΡΘΕΝΩΝΑΣ.



Οι προσκυνητές και η ευσέβεια των Αθηναίων


Τα στοιχεία για τους προσκυνητές που επισκέπτονταν την Αθήνα κατά τον 12ο αιώνα διαφέρουν, ως προς ένα τουλάχιστον σημείο, από αυτά του 10ου και του 11ου αιώνα: Σχετίζονται κατά κύριο λόγο με επισκέπτες που ανήκαν στις τάξεις των λαϊκών. Οι βίοι αγίων που γράφτηκαν κατά τη διάρκεια του 12ου αιώνα υπήρξαν λιγοστοί, καθώς πολλοί συγγραφείς και επίσκοποι απέρριπταν τα ιδανικά και τις συμπεριφορές που ενέπνεαν την αγιολογική λογοτεχνία του παρελθόντος.  Το προσκύνημα στον Παρθενώνα, όμως, συνεχίστηκε χωρίς διακοπή, ιδιαίτερα σε τοπικό επίπεδο. Η επίσκεψη μάλιστα στην Ακρόπολη φαίνεται πως αποτελούσε θρησκευτικό καθήκον.


Τα στοιχεία που έχουμε στη διάθεσή μας προέρχονται από ένα υπομνηστικόν (υπόμνημα) που συνέταξε και απέστειλε ο Μιχαήλ Χωνιάτης στον αυτοκράτορα Αλέξιο V Άγγελο, κάποια στιγμή στα χρόνια 1198- 1199. Πρόκειται, ακριβώς, για την περίοδο που προηγήθηκε της άλωσης της Κωνσταντινούπολης απ’ τους ιππότες της Δ' Σταυροφορίας, όταν ο διοικητικός, οικονομικός και στρατιωτικός ιστός της αυτοκρατορίας βρισκόταν υπό διάλυση. Ο βυζαντινός κόσμος κατέρρεε, καθώς διεφθαρμένοι αξιωματούχοι προσπαθούσαν ν’ αρπάξουν όσο περισσότερα μπορούσαν, αποσπώντας χρήματα και φόρους απ’ τις επαρχίες με εκβιαστικά μέσα. Στο υπομνηστικόν, ο Χωνιάτης διαμαρτύρεται για τον κυβερνήτη (πραίτορα) του θέματος της Ελλάδας και της Πελοποννήσου. Η έδρα του βρισκόταν κανονικά στη Θήβα, ενώ η είσοδός του στην Αθήνα είχε υπό όρους απαγορευτεί με αυτοκρατορικό χρυσόβουλλο. Ο κυβερνήτης, ωστόσο, είχε καταστρατηγήσει το σχετικό διάταγμα με τη δικαιολογία ότι επιθυμούσε να προσκυνήσει στην εκκλησία της Θεομήτορος. Απ’ τη στιγμή, όμως, που εισήλθε μ’ αυτή την πρόφαση στην Αθήνα, άρχισε να καταληστεύει τους κατοίκους επιβάλλοντας φόρους, αγγαρείες και επιβαρύνσεις.


Με λίγα λόγια, ο Παρθενώνας υπήρξε τόσο σημαντικό προσκυνηματικό 
κέντρο κατά τον ύστερο 12ο αιώνα, ώστε ένας αυτοκρατορικός αξιωματούχος μπορούσε να επικαλεστεί την επιθυμία του να προσευχηθεί στο ναό ως θεμιτή αφορμή για να παραβιάσει ρητές αυτοκρατορικές εντολές. Ο Χωνιάτης αναφέρει τρεις φορές στο υπομνηστικόν του τη δικαιολογία που πρόβαλλε ο πραίτορας και δεν αρνείται σε καμιά περίπτωση ότι ήταν θεμιτή.  

Τούτο σημαίνει ότι το προσκύνημα στον Παρθενώνα αποτελούσε συχνό φαινόμενο. Ακόμα κι αν η απαγόρευση προερχόταν απ’ τον ίδιο τον αυτοκράτορα, ένας επαρχιακός κυβερνήτης μπορούσε κάλλιστα να θεωρήσει ότι το προσκύνημα αποτελούσε θρησκευτική ευκαιρία την οποία άδικα του αποστερούσαν. Όταν, μάλιστα, ο Αλέξιος Γ" ο Άγγελος έστειλε κατά τα έτη 1202-1203 τον κουνιάδο της γυναίκας του, τον Μέγαν Δούκα  Μιχαήλ Στρυφνό, για να ξεκαθαρίσει την κατάσταση, ο Μιχαήλ Χωνιάτης θεώρησε εκ των προτέρων στο προσφώνημά του ότι πρώτο μέλημα του Στρυφνού ήταν να εισέλθει στον Παρθενώνα και ν’ αντικρίσει όσα θαυμαστά υπήρχαν στο εσωτερικό του.  (Θα εξετάσουμε την περιγραφή όλων αυτών των θαυμάσιων πραγμάτων που απαριθμεί στο επόμενο κεφάλαιο.) Αργότερα στο λόγο ο Χωνιάτης απευθύνεται στη σύζυγο του Στρυφνού Θεοδώρα. Τη συγκρίνει με τις διάσημες γυναίκες του παρελθόντος, μεταξύ των οποίων και με την Αγία Ελένη, τη μητέρα του Μεγάλου Κωνσταντίνου:


«Βαδίζει στα χνάρια της Ελένης, της πιο μακάριας μέσα στις βασίλισσες και καλότεκνης, που γέννησε τον μεγάλο -μέσα στους βασιλιάδες- Κωνσταντίνο. Όπως κι εκείνη έφτασε στην Παλαιστίνη για να αντικρίσει τα θαυμαστά που βρίσκονται εκεί, έτσι κι αυτή ήρθε τώρα σε τούτο ’δώ τον τόπο για να δει την τερπνότητα της Παρθένου και να επισκεφθεί τον άγιο ναό της, να γεμίσει την ψυχή της με τις εδώ αντιλαμπές και να «απολαύσει τον Κύριο για να λάβει απ’ αυτόν ότι λαχτάρησε η καρδιά της».  Μια βασίλισσα του Νότου ταξίδεψε επίσης στην Ιουδαία από αγάπη για τη φρόνηση του Σολομώντα,  όμως αυτή εδώ έχει έρωτα για πράγματα πιο τρανά από τη σολομώντεια σοφία και θέλοντας να εμπορευθεί το πολύτιμο μαργαριτάρι  κατέβηκε από την πόλη του Βυζαντίου ίσαμε την Αθήνα και διένυσε όλη ετούτη την απόσταση σαν να 'χε φτερά, διασχίζοντας ποτάμια καραβοπέραστα και κακοτράχαλα βουνίσια μονοπάτια με τόση ευκολία, θαρρείς και την αλάφρωνε ο έρωτάς της για τα θεία.


Κατά τον Χωνιάτη, λοιπόν, η Θεοδώρα είχε διανύσει όλη αυτή την απόσταση απ’ την Κωνσταντινούπολη, αψηφώντας τους κινδύνους και τις δυσκολίες του ταξιδιού, μόνο και μόνο για να επισκεφθεί τον Παρθενώνα. 


Αντιπαραβάλλοντάς την με την Αγία Ελένη, συνέκρινε εμμέσως τον καθεδρικό του ναό με τον Τίμιο Σταυρό, αλλά και την Αθήνα με τους Αγίους Τόπους. Σ’ ένα προγενέστερο προσφώνημά του στον κυβερνήτη της Ελλάδας Νικηφόρο Προσούχο (το 1182), ο Χωνιάτης καμώθηκε παρομοίως ότι ο πραίτορας είχε προσπεράσει χωρίς χρονοτριβή όλες τις υπόλοιπες πόλεις στο δρόμο του απ’ τον φλογερό του πόθο να επισκεφθεί και να δει το ναό που ανήκε στη «φωτοδόχον και φωτοδότιδα Παρθένον και Θεομήτορα». 

 Το κατά πόσον αλήθευαν όλα αυτά, και στην πρώτη και στη δεύτερη περίπτωση, δεν έχει τόση σημασία όσο η διαπίστωση ότι ο μητροπολίτης της Αθήνας, σε μια δημόσια προσφώνησή του, μπορούσε να ισχυριστεί ότι κάτι τέτοιο συνέβαινε για χάρη του καθεδρικού ναού του και ταυτόχρονα περίμενε πως θα τον πάρουν στα σοβαρά οι αριστοκράτες και οι αριστοκράτισσες που έρχονταν για επίσκεψη απ’ την Κωνσταντινούπολη. Όπως και να ’χει, δε θα διέψευδαν δημόσια όσα υποστήριζε. Το γεγονός ότι ο Χωνιάτης θεωρούσε τα παραπάνω αναμενόμενα φανερώνει για μια ακόμα φορά την ευρεία και αδιάκοπη απήχηση που είχε το προσκύνημα στον Παρθενώνα στην Ελ-λάδα του 12ου αιώνα, καθώς μόνο υπό αυτή τη συνθήκη θα μπορούσε να γίνει πιστευτή η ρητορεία του Χωνιάτη. Αν μάλιστα λάβουμε υπό- ψη μας τη λαμπρή μεγαλοπρέπεια όσων ο Στρυφνός και ο Προσούχος αντίκρισαν κατόπιν μέσα στο ναό, δεν είναι απίθανο να πίστεψαν τελικά κι οι ίδιοι ότι έτσι είχαν συμβεί τα πράγματα (και οι δύο προσφωνήσεις κάνουν λόγο για το μυστηριώδες φως).


Όλα τα κείμενα που εξετάσαμε μέχρι τώρα καταγράφουν τις εντυπώσεις ξένων ή απευθύνονται σε επισκέπτες της πόλης. Τι συνέβαινε όμως με την ευσέβεια των ίδιων των Αθηναίων; Ένα διασκεδαστικό χωρίο που μας επιτρέπει να επεκτείνουμε τη συζήτηση σχετικά με τη θρησκευτική ζωή της Αθήνας κατά τον 12ο αιώνα προέρχεται από μια ακόμα ομιλία του Ευστάθιου Θεσσαλονίκης. Το 1177 ή το 1178 εξέφρασε δυσαρέσκεια για το ποίμνιό του γιατί δεν είχαν εμφανιστεί αρκετοί πιστοί στην εκκλησία την προηγούμενη μέρα: (= γιορτάζαμε χθες τη θεία σύναξη των πιστών, οι κληρικοί ήταν εδώ, ο ύμνος στον Θεό ψαλλόταν, οι προσευχές αναπέμπονταν, μα ήταν ξέπνοες κι έβγαιναν από λιγοστά στόματα). Ο Ευστάθιος ισχυρίστηκε ότι ντράπηκε πολύ, επειδή δύο φίλοι του που είχαν έρθει να τον επισκεφθούν -ο ένας απ’ την Κωνσταντινούπολη κι ο άλλος απ’ την Αθήνα- συνέκριναν την πενιχρή προσέλευση του εκκλησιάσματος με όσα συνέβαιναν στις πόλεις τους, όπου κανείς δεν έμενε στο σπίτι του. Αυτή δεν ήταν πραγματική πανήγυρις, είπε ο πρώτος, δεν ήταν δηλαδή «σύναξη όλων των πιστών», κι ο άλλος, που ήταν «πατριώτης Αθηνών», τον περιέλαβε συγκρίνοντας τις δύο πόλεις. Στην Αθήνα, κόμπασε, κανείς δεν έμενε σπίτι, ούτε καν τα παιδιά. «Μα θα δεχτούμε κάτι τέτοιο από δαύτους;» αναρωτήθηκε ο Ευστάθιος. Πώς μπορεί η Αθήνα, η οποία [= έχει απομείνει σαν σκιά της παλιάς της ευδαιμονίας (...) και την πήρανε τα χρόνια] να ανταγωνιστεί τη Θεσσαλονίκη, μια χριστιανική πόλη που τώρα ακόμη ανθίζει; 


Αυτή είναι η τρίτη φορά που μαθαίνουμε για την εξαιρετικά μεγάλη ευσέβεια των Αθηναίων - οι άλλες δύο ήταν στο Βίο του Νίκωνα και σ' αυτόν του Μελέτιου του Νέου, τον οποίο συνέγραψε ο Θεόδωρος Πρόδρομος. Είναι, όμως, καιρός να βάλουμε λίγο τα πράγματα στη θέση τους. Πόσο πιθανό είναι οι Αθηναίοι να υπήρξαν οι πιο ευσεβείς απ' όλους τους Βυζαντινούς, κατά την περίοδο τουλάχιστον που μεσολαβεί απ’ τα μέσα του 9ου ως τα τέλη του 12ου αιώνα; Το στοιχείο που συνηγορεί υπέρ αυτού του συμπεράσματος συνίσταται στο γεγονός ότι τα τρία κείμενα που προέβαλλαν τον συγκεκριμένο ισχυρισμό είναι ανεξάρτητα μεταξύ τους. Πρέπει όμως να σημειωθεί ότι κανείς απ’ τους τρεις συγγραφείς δεν είχε επισκεφθεί ποτέ την Αθήνα. Αυτός που συνέγραψε το Βίο του Νίκωνα τοποθετεί τον Παρθενώνα στον Πειραιά, ενώ τα επιχειρήματα του Αθηναίου φίλου του Ευστάθιου προδίδουν προκατάληψη - προκατειλημμένος, άλλωστε, ήταν κι ο ίδιος ο Ευστάθιος. Οι Βυζαντινοί ιεροκήρυκες συνήθιζαν να συγκρίνουν δυσμενώς το εκκλησίασμά τους με ξένους -είτε επρόκειτο για άλλους χριστιανούς, είτε για ειδωλολάτρες και αιρετικούς- με σκοπό να παροτρύνουν τους πιστούς να επιδείξουν μεγαλύτερη ευσέβεια ή να προσέχουν περισσότερο μέσαστην εκκλησία. 


Οι Αθηναίοι δε φαίνεται ν’ αποτελούσαν εξαίρεση, αν πιστέψουμε τουλάχιστον τον Χωνιάτη, τον μοναδικό μάρτυρα που γνώριζε τα πράγματα από πρώτο χέρι. Ακόμα κι αυτός παραπονιόταν ότι τα μέλη του ποιμνίου του δεν αρέσκονταν να πηγαίνουν στην εκκλησία και προέβαλλαν ευφάνταστες δικαιολογίες, ενώ δεν έδιναν σημασία στα κηρύγματά του. Σ' ένα από αυτά, έφτασε στο σημείο να ισχυριστεί ότι οι Κέλτες (Γάλλοι), οι Γερμανοί και οι Ιταλοί, αυτοί οι βάρβαροι, ήταν πιο κόσμιοι στην εκκλησία απ’ τους Έλληνες. Επρόκειτο, λοιπόν, για προβλήματα που αντιμετώπιζαν οι επίσκοποι παντού και πάντα, και όλοι τους -μηδέ του Χωνιάτη εξαιρουμένου- προσπαθούσαν να ξυπνήσουν την αιδώ στο εκκλησίασμά τους, εγκωμιάζοντας τις καλές συνήθειες των άλλων.


Απομένουν λοιπόν τα εγκώμια για την αθηναϊκή ευσέβεια απ' το συγγραφέα του βίου του Νίκωνα και απ’ τον Πρόδρομο. Αν όμως εξετάσουμε προσεκτικότερα τις περιγραφές αυτές, ίσως αρχίσει να γεννιέται η υπόνοια ότι η αναφερόμενη ευσέβεια των Αθηναίων αποτελούσε περισσότερο προϊόν προσωπικής εκτίμησης των δύο συγγραφέων, που βασιζόταν στο γεγονός ότι οι κάτοικοι της Αθήνας είχαν στην πόλη τους μια ξακουστή χριστιανική εκκλησία: τον Παρθενώνα. Οι Αθηναίοι υπήρξαν κάποτε διαβόητοι για την αφοσίωσή τους στα είδωλα, το γεγονός, όμως, ότι συναθροίζονταν πλέον σ’ έναν τόσο σπουδαίο ναό για να δοξάσουν τη Θεομήτορα φανέρωνε ότι είχαν απαρνηθεί ολότελα τις παλιές τους συνήθειες ήταν πλέον τόσο θεοσεβούμενοι, όσο αμετανόητα ειδωλολάτρες είχαν υπάρξει στο παρελθόν. Κοντολογίς, η φήμη του Παρθενώνα στον βυζαντινό κόσμο (αλλά και πέρα απ’ αυτόν) αύξανε την εκτίμηση προς τους ίδιους τους Αθηναίους. Για την πόλη -αν μας επιτρέπεται μια σύντομη παρέκβαση-, αυτή ήταν η δεύτερη καθοριστική ειρωνική τροπή που έπαιρνε η ιστορία της. 

Ο μετέπειτα αυτοπροσδιορισμός της Αθήνας ως έδρας των φιλοσόφων -της πόλης δηλαδή που αν και είχε κάποτε καταδικάσει σε θάνατο τον Σωκράτη, ήκμασε στους ρωμαϊκούς χρόνους, εν πολλοίς χάρη στο φιλοσοφικό της κύρος- στάθηκε η πρώτη ειρωνική στιγμή της ιστορίας της. Η δεύτερη ήταν ετούτη, όταν δηλαδή το κέντρο αυτό της φιλοσοφίας των εθνικών, η πιο απαρασάλευτα ειδωλολατρική πόλη της ύστερης αυτοκρατορίας έγινε ξακουστή για τη χριστιανική της ευσέβεια και δεχόταν επισκέπτες απ’ όλα τα μέρη του γνωστού κόσμου χάρη στο χριστιανικό της ιερό - το ναό δηλαδή της πάλαι ποτέ πολιούχου θεάς της, ο οποίος είχε πλέον αποδοθεί στη νέα λατρεία. Και οι δύο αυτές μεταμορφώσεις εμπεριείχαν ένα στοιχείο παράτολμου θράσους, που ίσως εξηγεί την εκπληκτική τους επιτυχία. Ημίμετρα και απολογητικές συμπεριφορές δε θ’ αρκούσαν επ’ ουδενί. Στα μάτια ορισμένων η Αθήνα είχε μετατραπεί στη χριστιανικότερη πόλη της αυτοκρατορίας, έχοντας σφετεριστεί τη θέση της Κωνσταντινούπολης ως της προεξάρχουσας πόλης της Θεοτόκου.



ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ. Ο ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΣ ΠΑΡΘΕΝΩΝΑΣ. ΑΝΤΩΝΗΣ ΚΑΛΔΕΛΗΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΨΥΧΟΓΙΟΣ

Η Ρωσία χάθηκε όπως η Ατλαντίδα!




Η Ρωσία χάθηκε όπως η Ατλαντίδα!


Ντμίτρι Ρομεντίκ

Είναι τελικά η Ρωσία, σαν τη χαμένη Ατλαντίδα; Η χώρα πλέον δεν υφ
ίσταται, μετά από έναν ανήσυχο αιώνα πολιτικών αναταραχών και πολέμων; Σε αυτό αναφέρεται η ταινία που μόλις βγήκε, με τον τίτλο «Το χρώμα του έθνους».


Πώς ήταν η Ρωσία εκατό χρόνια πριν, το 1914, και ποια είναι σήμερα, έχοντας περάσει δυο παγκοσμίους πολέμους, πολιτικές αναταραχές και αλλαγή καθεστώτων; Ο δημιουργός της ταινίας, «Το χρώμα του έθνους», γνωστός δημοσιογράφος της τηλεόρασης, Λεονίντ Παρφιόνοφ, οδηγείται σε ένα ανησυχητικό συμπέρασμα. Οτι εκείνη η Ρωσία δεν υφίσταται πλέον. Παρεμβλήθηκε για πάντα στην ιστορία η Σοβιετική Ένωση.
Ο μοναδικός άνθρωπος που κατέγραψε τη Ρωσία των αρχών του προηγούμενου αιώνα με φωτογραφική μηχανή, με χρώμα, ήταν ο Σεργκέι Προκούντιν-Γκόρσκι.

 Τότε, κανείς άλλος δεν φωτογράφιζε με αυτό τον τρόπο. Γύρισε όλη τη χώρα. Βρέθηκε στην Κεντρική ζώνη, στη Σιβηρία, στον Καύκασο και στην Κεντρική Ασία, φωτογραφίζοντας παντού την πραγματικότητα. Φωτογράφιζε εκκλησίες, σπίτια, τοπία, πορτρέτα.
Στην ταινία του, ο Λεονίντ Παρφιόνοφ επισκέφθηκε τα μέρη του Προκούντιν-Γκόρσκι και έβγαλε τα συμπεράσματά του, για το τι καταστράφηκε και τι διασώθηκε όλο αυτό τον καιρό. Είναι οφθαλμοφανές το πόσο ανελέητος αποδείχθηκε ο χρόνος και ο κόσμος απέναντι στις εκκλησίες. Μετά την επανάσταση του 1917, πολλές εκκλησίες ανατινάχτηκαν, από τις υπόλοιπες αφαίρεσαν τις καμπάνες, και άλλες τις χρησιμοποίησαν ως αποθήκες, πολιτιστικά κέντρα και διάφορα γραφεία. 


Κάποιες εκκλησίες, απλά έστεκαν εγκαταλελειμμένες και με τον καιρό μετατρέπονταν σε κτίσματα-φαντάσματα. Είναι παράδοξο το ότι επί διακόσια χρόνια πριν από το 1914 βρίσκονταν σε καλή κατάσταση, ενώ μέσα στα τελευταία εκατό χρόνια καταστράφηκαν σχεδόν ολοκληρωτικά.
Είναι εμφανές ότι οι επαρχιακές πόλεις χορταριάζουν από την εγκατάλειψη. Στις φωτογραφίες που τραβήχτηκαν εκατό χρόνια πριν, διακρίνεται το κάθε όμορφο κτίσμα, αλλά μετά εικονίζονται παντού οι μεγάλες συστάδες της βλάστησης και πίσω από αυτές, δεν φαίνεται τίποτε.



Πώς να διασώσουμε τις εκκλησίες που καταρρέουν



Εκατοντάδες εκκλησίες της Ρωσίας ζουν τις τελευταίες μέρες της ιστορίας τους, που κράτησε πολλούς αιώνες. Η “Σύγχρονη Ρωσία” περιγράφει τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν σήμερα οι αναστηλωτές των ρωσικών ναών.
Χαρακτηριστική είναι μια και μόνο ιστορία. Αυτή μιας εκκλησίας. Το 1974 ο συγγραφέας και σκηνοθέτης, Βασίλι Σουκσίν, γύρισε την ταινία «Kalina krásnaya» (Κόκκινο αγριοκέρασο), για την τραγωδία ενός ληστή κατά συρροή, ο οποίος αποφάσισε να ακολουθήσει το δρόμο της μετάνοιας. Το φιλμ γυρίστηκε στην περιοχή της Βόλογκντα. Ο Σουκσίν κατέγραψε μια ενδιαφέρουσα εικόνα. Εν μέσω του πλημμυρισμένου ποταμού προβάλλει από το νερό μια εγκαταλελειμμένη εκκλησιά. Τη σοβιετική εποχή το νόημα αυτής της εικόνας το καταλάβαιναν λίγοι. Θα πείτε, πού είναι εδώ το παράξενο; Μια ακόμη πλημμυρισμένη εκκλησία στο αθεϊστικό κράτος! Μόνο σήμερα, χάρη στην ταινία του Παρφιόνοφ, έγινε κατανοητό το πλούσιο νόημα που υπάρχει σε αυτή την εικόνα.



Στην περιφέρεια Βόλογκντα υπάρχει μια από τις παλαιότερες πόλεις της Ρωσίας, το Μπελοζέρσκ, που διαθέτει μεγαλύτερη από χιλιετή ιστορία. Πολύ κοντά σε αυτή βρίσκεται το χωριό Κροχινό, όπου στα τέλη του 18ου αιώνα ανεγέρθηκε η εκκλησία της Γέννησης του Χριστού. Η εικόνα της διασώθηκε στις φωτογραφίες του Προκούντιν-Γκόρσκι. Το 1961, κατά την κατασκευή της υδαταποθήκης στην περιοχή Σεξνά, όλο το χωριό χάθηκε κάτω από το νερό. Το νερό έφτασε ως τους τοίχους της εκκλησίας, γύρω από αυτό υπήρχε κάποια γη υπό τη μορφή μιας μικρής νησίδας, αλλά σταδιακά ο ναός άρχισε να καλύπτεται από το νερό.

Η βυθισμένη εκκλησία, η οποία έμοιαζε σαν να βγαίνει μέσα από το νερό, έγινε το σύμβολο της παλαιάς Ρωσίας. Στο τέλος της ταινίας ο Παρφιόνοφ αναφέρει: «Υπήρχε η Αρχαία Αίγυπτος με την οποία οι σημερινοί Αιγύπτιοι δεν έχουν καμία σχέση, υπήρχε η Αρχαία Ελλάδα αλλά οι σύγχρονοι Έλληνες αποτελούν πλέον έναν άλλο πολιτισμό. Και υπήρχε η παλαιά Ρωσία. Με αυτή εμείς δεν έχουμε σχέση. Προήλθαμε από τη Σοβιετική Ένωση, ενώ εκείνη, η τσαρική Ρωσία, είναι το ίδιο αρχαία για εμάς όπως για τους Έλληνες η Αρχαία Ελλάδα». Αυτή λοιπόν η χώρα, η οποία δεν υπάρχει πλέον, παρουσιάζεται διαμέσου της ημικατεστραμμένης εκκλησίας που φεύγει κάτω από το νερό. Ένα θέαμα, που είναι δύσκολο να περιγραφεί...





ΜΟΝΗ ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΚΟΥΤΑΛΑ (Ύψωση του Τιμίου και Ζωοποιού Σταυρού)





































Μοίρασέ το!!!!

ΣΗΜΑΝΤΙΚΑ.